Αφιερωμένο στον Σταύρο Κουγιουμτζή το Φεστιβάλ της ΚΝΕ
2025
Τιμώντας την επέτειο των είκοσι χρόνων από την «αναχώρηση» του Σταύρου Κουγιουμτζή, ο Γιώργος Νταλάρας βρέθηκε το βράδυ της Πέμπτης 25 Σεπτεμβρίου στην κεντρική σκηνή του 51ου Φεστιβάλ ΚΝΕ – Οδηγητή, τραγουδώντας, για τέταρτη φορά μέσα στο 2025, τα τραγούδια του σπουδαίου δημιουργού. Μαζί του, αυτή τη φορά, ο Δημήτρης Μπάσης, η Ασπασία Στρατηγού και η Βιολέτα Ίκαρη.
Η αρχή έγινε με ένα εξαιρετικό ορχηστρικό ποτ πουρί σπουδαίων τραγουδιών.
«Μπορεί κι ο ίδιος να ερχόταν από το μεγάλο πανεπιστήμιο της σχολής του Μίκη Θεοδωράκη», είπε ο Γιώργος Νταλάρας για τον Σταύρο Κουγιουμτζή στην αρχή της συναυλίας και συνέχισε προσθέτοντας: «Έκανε κλασικές σπουδές, πήρε όλα τα πτυχία και έστρεψε το ταλέντο του στους απλούς ανθρώπους κι έγραψε τραγούδια για να τους παρηγορεί για όλα αυτά που ζούμε τις τελευταίες δεκαετίες».
Και αμέσως μετά έδωσε τον λόγο στα σπουδαία τραγούδια του αγαπημένου του συνθέτη.
Μετά την ομιλία του Δημήτρη Κουτσούμπα για τον Σταύρο Κουγιουμτζή ακολούθησε η βράβευση του Γιώργου Νταλάρα από τον Γραμματέα του ΚΣ της ΚΝΕ Θοδωρή Κωτσαντή, ο οποίος πρόσφερε στον ερμηνευτή μια κορνίζα με μια φωτογραφική σύνθεση από τη συμμετοχή του Γιώργου Νταλάρα στα Φεστιβάλ της ΚΝΕ, με τη σημείωση «Στον Γιώργο Νταλάρα τον ερμηνευτή που χάρισε φωνή στα “τραγούδια μας”, στους καημούς και τα όνειρα του λαού μας…» και τους στίχους του Φώντα Λάδη, από το τραγούδι «Απ’τη συνοικία», σε μουσική του Μάνου Λοΐζου, από τον θρυλικό δίσκο «Τα τραγούδια μας» που κυκλοφόρησε το 1976.
«Κόκκινη πόλη μες στ’αγιάζι Βάλε τα ρούχα τα παλιά. Άρχισε να γλυκοχαράζει στα λασπωμένα σου γιαπιά».
Με αφορμή τη συναυλία ο Μάνος Λαμπράκης έγραψε το παρακάτω ξεχωριστό κείμενο και το ανήρτησε στην σελίδα του στο Facebook:
Ο Γιώργος Νταλάρας είναι η παιδική μου ανάμνηση. Όχι με τη σημασία ενός μακρινού φάρου που σβήνει, αλλά σαν ένα καλοκαίρι που δεν φεύγει ποτέ, γιατί δεν έφυγε ποτέ και η επιθυμία να τον αποδομήσεις – αναλόγως την ηλικία. Είναι το εξώφυλλο ενός εφηβικού λευκώματος, μια φωτογραφία με τις ραβδώσεις της νιότης, ένα τζιν μπουφάν που μυρίζει, θάλασσα και ήλιο. Είναι οι συναυλίες του στο γήπεδο του ΟΦΗ στο Ηράκλειο, με την ξαδέρφη της μάνας μου, την πρόωρα χαμένη Στέλλα – τότε που ο ήχος δεν ήταν απομονωμένος σε ακουστικά αλλά δονείτο δημόσια, απροφύλακτος, στο μεσογειακό φως και στα κασετόφωνα που ηχογραφούσαμε κρυφά τις συναυλίες μέσα από τα τζιν μπουφάν. Ο Νταλάρας υπήρξε το πρόσωπο μιας μεταβατικής Ελλάδας, με τρόπο πιο βαθύ από όσο η ίδια του το επέτρεψε να είναι. Όχι επειδή της το επέβαλε, αλλά επειδή τον ενσωμάτωσε ως ενοχικό είδωλο: σαν ένας Εβραίος της νέας λαϊκότητας, πάντοτε παρών και πάντοτε υπεύθυνος για την παραμόρφωση της ίδιας της ευαισθησίας που τον γέννησε.
Αν η νεωτερικότητα στον ήχο είχε πρόσωπο στην Ελλάδα, αυτό δεν ήταν μόνο το πρόσωπο του Μίκη Θεοδωράκη. Ήταν νομίζω, σε μεγαλύτερη διάρκεια, η φωνή του Νταλάρα. Όχι ως δημιουργού, αλλά ως μεταδότης. Φωνή ορχηστρική, «προσποιητή» στον βαθμό που καμία φωνή δεν μπορεί να είναι αθώα όταν την έχουν ντύσει με τόσες αποχρώσεις πένθους, αναγέννησης, προδοσίας, μικροαστικής ενοχής, εργατίλας και μικρασιατικής νοσταλγίας. Ο Νταλάρας δεν είναι καλλιτέχνης, είναι υποδομή. Όχι υποδομή θεσμική, αλλά ψυχική – μια υποδομή που επανέρχεται, όπως οι δοκοί στις γέφυρες που καταρρέουν όταν πάψει να περνά από πάνω τους φορτίο.
Δεν μπορείς να κρίνεις τον Νταλάρα με αισθητικούς όρους. Είναι σαν να προσπαθείς να αποδομήσεις τη μαγιά του ψωμιού. Κι ακόμα κι αν πετύχεις, καταρρέει η δυνατότητα του ψωμιού να υπάρξει. Η φωνή του υπήρξε για δεκαετίες η φωνή του κράτους-κοινωνία. Όχι με τον τρόπο που τραγούδησε σε επίσημες εκδηλώσεις, αλλά με τον τρόπο που ενσωματώθηκε στο συνειδησιακό υπόβαθρο της λαϊκής νομιμοφροσύνης. Ο Νταλάρας δεν είναι μόνο η Αρμενία, η Κύπρος, οι μετανάστες, η ΕΣΣΔ και ο Εμφύλιος. Είναι η μνήμη του έντεχνουπριν την πολιτιστική κατακρήμνιση του 1990. Είναι ο τραγουδιστής που «παραήταν καλός» για μια Ελλάδα που ήθελε να θυμίζει, να ξεχνά και να συγχωρεί ταυτόχρονα.
Η καχυποψία που του επεφύλαξε το κοινό από τη δεκαετία του 2000 και μετά, δεν είναι τίποτα άλλο παρά η ψυχική απόρριψη της πολιτισμικής πατριαρχίας της Μεταπολίτευσης. Όχι με όρους αντι-εξουσίας, αλλά με όρους διαγενεακής απώθησης. Ο Νταλάρας δεν ενόχλησε με τις θέσεις του. Ενόχλησε επειδή επιβίωσε χωρίς να γίνει θύμα. Και η νέα Ελλάδα προτίμησε, τελικά, τα θύματα της βιντεοσκόπησης από τα πρόσωπα της συνείδησης.
Ο Νταλάρας τραγούδησε σαν να μην υπήρχε σώμα. Σαν η φωνή να προηγείτο του υποκειμένου και να το κατασκεύαζε. Οι φράσεις του ήταν πάντοτε τέλεια τοποθετημένες, αλλά ποτέ επιτελεστικές. Δεν ερμήνευε. Ανέδιδε. Όπως το σύστημα της μνήμης στην ύστερηνεωτερικότητα, ο Νταλάρας λειτουργούσε σαν καθρέφτης και ποτέ σαν πρόσωπο. Και το κοινό του, σε μεγάλο βαθμό, δεν είχε ανάγκη έναν καλλιτέχνη – είχε ανάγκη μια καθοδηγητική φωνή που να εγγυάται ότι το σύνολο των αντιφατικών του ταυτοτήτων (λαϊκός, διεθνιστής, χριστιανός, αριστερός, νοικοκύρης, ξεριζωμένος) ήταν συγχωρημένα μέσα στην ερμηνεία του.
Η πολιτική λειτουργία του Νταλάρα υπήρξε βαθύτατα συναινετική. Όχι επειδή απέφυγε τη σύγκρουση, αλλά επειδή τη φιλοξένησε μέσα στον ήχο του. Από τον Μαρκόπουλο και τον Ξαρχάκο έως τον Θεοδωράκη και τον Κουγιουμτζή, ο Νταλάρας υπήρξε το «ηχητικό κουτί» της Μεταπολίτευσης – η κρυφή επιθυμία του εθνικού σώματος να ακούγεται οργανωμένο, συγκροτημένο, ένοχο αλλά και εξαγνισμένο.Τραγουδούσε με τη στενότητα του καθήκοντος και με την έκταση του μύθου. Και τελικά, αυτό που απέμεινε από αυτόν δεν είναι η φωνή, αλλά η ηθική τοποθέτηση του σώματος στη φωνή: ένας τραγουδιστής που δεν υποτάχθηκε ποτέ στην αχρειότητα του τηλεοπτικού πολιτισμού, ένας ερμηνευτής που δεν έγινε ποτέ μέρος της κερδοσκοπικής αλητείας, ένας θεματοφύλακας της τάξης χωρίς να είναι ποτέ συντηρητικός.
Κι όμως, είδα χτες τον Γιώργο Νταλάρα στο φεστιβάλ της ΚΝΕ. Στο αφιέρωμα για τον Κουγιουμτζή. Και για πρώτη φορά –με μια συγκίνηση πιο άγρια από νοσταλγία– συνειδητοποίησα ότι το φαινόμενο Νταλάρας δεν έχει καν ανάγκη τον ίδιο. Ότι η ιστορία δεν γράφεται από τους ανθρώπους, αλλά από τις ανασυστάσεις τους στα πρόσωπα των άλλων. Ο Γιώργος Νταλάρας δεν έχει τίποτα να αποδείξει – γιατί εδώ και δεκαετίες έχει πάψει να είναι ένα πρόσωπο προς απόδειξη. Είναι μια κατάσταση. Ένας εθισμός της συλλογικής ακουστικής. Ένας πολιτισμικός ηχότοπος που επιβιώνει, όχι επειδή τον αγαπούν, αλλά επειδή όταν σιωπάς, η φωνή του συνεχίζει.
Και αυτή η συνέχιση – ίσως να είναι, τελικά, το πιο πολιτικό πράγμα που μπορεί να κάνει ένας τραγουδιστής. Να μην πεθάνει μέσα σε ένα μόνο κοινό. Να επιμένει σαν υπόμνηση του τι υπήρξε η επιθυμία για ενότητα, προτού μεταφραστεί σε εφαρμογή στρατηγικής.
Αν η ιστορία επαναλαμβάνεται σαν φάρσα, ο Νταλάρας δεν επαναλαμβάνεται ποτέ – γιατί δεν υπήρξε ποτέ κλειστός. Υπήρξε αυτό που φοβόμαστε περισσότερο σήμερα: ένα παιδί μέσα σε φωνή ενηλίκου. Ένας έφηβος μέσα στο τελετουργικό της μνήμης. Ένα σώμα που τραγούδησε χωρίς να διεκδικήσει την ιδιοκτησία της φωνής του.
Όπως τότε, στο Ηράκλειο. Με τη Στέλλα. Με τον ήλιο να πέφτει στην εξέδρα, και τον κόσμο να γίνεται κοινότητα για μια στιγμή.
Μόνο μια στιγμή. Αλλά αρκεί.
Ανακαλύψτε περισσότερα γεγονότα για τον Γιώργο Νταλάρα...